– Τα αετώματα των πρώτων Παρθενώνων

22 04 2019

Μετά το κείμενο για τις Κόρες της Ακποπόλεως που ξαναδιαβάσαμε τις προάλλες, σκέφτηκα ότι είναι σκόπιμο να ξαναδημοσιεύσω και το δεύτερο κείμενο που συμπλήρωνε το θέμα (πριν από εννέα χρόνια). Σε εκείνο το κείμενο είχαμε μιλήσει για “Ένα Mεγάλο Bήμα στην Aνθρώπινη Aυτοσυνειδησία” παρακολουθώντας την εξέλιξη μέσα από τις διαδοχικές μορφές του Παρθενώνα.

Με οδηγό τα αετώματα των πρώτων Παρθενώνων

Σε κάθε επίσκεψή μου στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης, βλέπω ότι οι ακροατές μου, πέρα από τον θαυμασμό τους για την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική και ιστορική αξία των εκθεμάτων, πάντοτε ενδιαφέρονται να κατανοήσουν πως μεταφράζονται όλα αυτά σε όρους ανθρώπινης σκέψης και αυτοσυνειδησίας.

Ας κάνουμε λοιπόν μαζί μια απόπειρα να παρακολουθήσουμε την αγωνιώδη προσπάθεια των αρχαίων Ελλήνων να κατανοήσουν την φύση τους και να ερμηνεύσουν και διαχειριστούν το σύμπαν μέσα στο οποίο ζούσαν. Η περίοδος στην οποία θα αναφερθούμε δεν ήταν παραπάνω από ογδόντα χρόνια, αλλά στην διάρκειά της οι αλλαγές που έγιναν στην ανθρώπινη σκέψη ήταν κοσμογονικές. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά ακολουθεί ο χρυσός αιώνας. Οδηγοί μας σε αυτή την πορεία θα είναι τα γλυπτά της Ακρόπολης και ειδικότερα τα αετώματα των δύο παλαιότερων ναών, του Εκατόμπεδου και του Προπαρθενώνα, που έχουμε πια την ευτυχία να τα βλέπουμε εκτεθειμένα στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως.

Στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του Εκατόμπεδου. Στο κεντρικό του σημείο παρουσιάζει δύο λιοντάρια που έχουν καταβάλει ένα ταύρο και ετοιμάζονται να τον κατασπαράξουν. Σκηνή βιαιότητας. Πως εξηγείται αυτό; Εμείς πάντα πιστεύαμε ότι ο αρχαίος Έλληνας ανέβαινε στον Βράχο για να διαχειριστεί το κτήνος που έχει μέσα του και να ανακαλύψει τον θεό. Εδώ αντιθέτως βλέπουμε να θριαμβεύει ο νόμος της ζούγκλας. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Συμβαίνει διότι βρισκόμαστε σε μια αρκετά πρώιμη εποχή, όπου οι άνθρωποι ήταν ακόμα επιρρεπείς στο ένστικτο. Κάποιος που θέλει να μιλήσει στους ανθρώπους και να τους πει ότι αν πορεύονται με μόνο οδηγό το ένστικτό τους, μπορεί μεν πρόσκαιρα να νοιώσουν έντονες απολαύσεις, αλλά μακροπρόθεσμα αυτό μπορεί να αποβεί επικίνδυνο, πρέπει να βρει τον κατάλληλο τρόπο να το κάνει. Πώς θα δείξει αυτόν τον κίνδυνο; Πώς θα δείξει απεικονιστικά τις προτροπές “μην κάνεις αυτό διότι θα είναι πολύ οδυνηρή η εμπειρία σου, μη δοκιμάσεις εκείνο διότι δεν μπορέσεις ποτέ να ξαναβρείς τον εαυτό σου, μην πάρεις αυτόν τον δρόμο διότι είναι πολύ επικίνδυνο το ταξίδι”; Ο τρόπος θα πρέπει να είναι τόσο γλαφυρός και τόσο ξεκάθαρος ώστε να περνάει εύκολα το μήνυμα: “αν υποκύψεις στον νόμο της ζούγκλας και στο κτήνος που έχεις μέσα σου, οι συνέπειες θα είναι ανεξέλεγκτες και βίαιες”. Με άλλα λόγια, δείχνω την κτηνώδη πλευρά της φύσης και της ζούγκλας, αλλά με διάθεση αποτρεπτική, δηλαδή το κάνω για να δώσω στον άλλο να καταλάβει πόσο επικίνδυνο είναι αυτό και πόσο δύσκολα θα μπορέσει να το διαχειριστεί.

Αφού συνέλθω κάπως από το σοκ που μου προκάλεσε το κεντρικό και έντονο στοιχείο του αετώματος, η ματιά μου αρχίζει να διακρίνει ότι στα αριστερά εμφανίζεται ο Ηρακλής να παλεύει με τον θαλάσσιο Τρίτωνα, και στα δεξιά ένας τρισώματος δαίμονας. Αρχίζω σιγά-σιγά να βλέπω ότι μέσα στην επικράτεια του νόμου της ζούγκλας, όπου τα λιοντάρια κατασπαράζουν τον ταύρο, όπου δηλαδή ο πιο δυνατός κατασπαράζει τον πιο αδύνατο, αρχίζει δειλά-δειλά από τις άκρες να διακρίνεται η προσπάθεια του ανθρώπου να τιθασεύσει αυτές τις κτηνώδεις ανεξέλεγκτες δυνάμεις. Και να! Ο Ηρακλής τελικά καταφέρνει να βάλει κάτω τον Τρίτωνα (ο Τρίτων συμβολίζει το τέρας, άρα την Γη). Από την άλλη πλευρά έχω ένα τρισώματο δαίμονα που στο ένα χέρι κρατά ένα λουλούδι, στο άλλο ένα κανάτι και στο τρίτο ένα κεραυνό – τις φυσικές δυνάμεις δηλαδή. Καταλαβαίνω ότι εδώ απεικονίζεται η προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να κατανοήσει την ίδια του την φύση. Έτσι φτάνω ένα σκαλί πιο πάνω από αυτό που ήμουν πριν.

Πού, λοιπόν, στρέφεται ο άνθρωπος για να καταλάβει τον εαυτό του και τον κόσμο; Βλέπει και παρατηρεί τι γίνεται γύρω του. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά από τις άλλες θρησκείες. Και είναι μία πολύ σημαντική διαφορά. Σε όλες τις άλλες θρησκείες του κόσμου η αντίληψη και η συνείδηση που έχει ο άνθρωπος για τον κόσμο προέρχεται εξ αποκαλύψεως, δηλαδή από ένα θρησκειολογικό πλαίσιο που του αποκαλύφθηκε. Π.χ. ένας προφήτης είδε κάποιο όραμα κλπ. Και αυτό το παραλαμβάνουν οι κοινωνίες και το κωδικοποιούν σε θρησκεία. Η Ελληνική θρησκεία δεν προέκυψε έτσι. Γι’ αυτό έχουμε και την εμφάνιση της φιλοσοφίας. Αυτό δηλαδή που έκαναν οι Έλληνες είναι το εξής απλό πράγμα: Στράφηκαν προς την φύση τους και προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις μη λαμβάνοντας υπ’ όψη μία προϋπάρχουσα αποκαλυπτική αλήθεια, αλλά προσπαθώντας να την συγκροτήσουν.

Κι έτσι άρχισαν να παρατηρούν. Ένας έλεγε: γενεσιουργός δύναμη του σύμπαντος και του ανθρώπου είναι το νερό. Άλλος απαντούσε: όχι το νερό, αλλά ο αέρας. Όχι ο αέρας, αλλά η φωτιά ισχυριζόταν ένας τρίτος. Όχι, είναι και τα τέσσερα μαζί, λέει άλλος, και υπάρχουν στιγμές που τα τέσσερα ενώνονται ή που τα τέσσερα χωρίζονται. Πριν φθάσουμε στους κλασικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αριστοτέλη κλπ, οι οποίοι στράφηκαν στον άνθρωπο και στα παιχνίδια του μυαλού, είχαμε τους φυσικούς φιλοσόφους, τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Αναξίμανδρο, τον Αναξιμένη και άλλους, που πίστευαν ότι οι απαντήσεις βρίσκονται στην φύση. Και φθάνουμε στον Ηράκλειτο που μας λέει ότι όλα εναλλάσσονται, και στον Εμπεδοκλή που μας λέει ότι τελικά ότι ο κόσμος, δηλαδή οι άνθρωποι και η φύση είναι όλοι φτιαγμένοι από τέσσερα στοιχεία: τον αέρα, την γη, το νερό και την φωτιά, και αυτά τα στοιχεία δεν χάνονται ποτέ. Ό,τι δηλαδή μας λέει η σημερινή Χημεία. Διότι όλο το σύμπαν αποτελείται από στοιχεία που έλκονται και απωθούνται ταυτόχρονα. Έλκονται ψάχνοντας να βρουν το ταίρι τους (“φιλότητα” το λέει αυτό ο Εμπεδοκλής) και απωθούνται προσπαθώντας να αποκολληθούν (“νείκος“). Αυτές είναι οι δυνάμεις που καθορίζουν το σύμπαν.

Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από όλα αυτά είναι ότι οι άνθρωποι τον ΣΤ’ αιώνα, προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις. Σε ένα Χριστιανικό ναό τα θεία πρόσωπα σου επιβάλλουν ή υποβάλλουν ένα τρόπο συμπεριφοράς. Αντιθέτως, εδώ βλέπουμε την προσπάθεια του ανθρώπου να μπορέσει να αποκωδικοποιήσει μόνος του τα μυστικά που τον περιβάλλουν. Τι θέλει άραγε να μας πει αυτός ο τρισώματος δαίμονας που βλέπουμε στο αέτωμα του Εκατόμπεδου και που κρατάει τον κεραυνό που είναι η φωτιά, ένα αγγείο που είναι το νερό, και ένα λουλούδι που είναι το χώμα; Θέλει να μας πει ότι όντως ζούμε μέσα σε ένα ανεξέλεγκτο κόσμο ζούγκλας, όπου γίνονται κάθε είδους βιαιότητες, αλλά ο άνθρωπος, σαν τον Ηρακλή και τον τρισώματο δαίμονα, προσπαθεί αυτόν τον ανεξέλεγκτο κόσμο να τον τιθασεύσει. Και τα καταφέρνει. Και αυτός ο κόσμος τελικά, αν τον μελετήσω και τον κατανοήσω, έχει μέσα του και ανθρώπινα στοιχεία. Είναι περίπλοκος, αλλά εγώ, μελετώντας τον, μπορώ να τον κατανοήσω και να τον δομήσω.

Σε όλα τα έργα της εποχής εκείνης βλέπουμε λιοντάρια, βλέπουμε τέρατα. Το τέρας συμβολίζει το ένστικτο του ανθρώπου, το οποίο απεικονίζεται ως κακό, απλώς και μόνον διότι δεν το ελέγχουμε. Και δεν το ελέγχουμε διότι δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό τα τέρατα απεικονίζονται ως πλάσματα που δεν υπάρχουν στην φύση. Άρα όπου βλέπουμε όλους αυτούς τους δαίμονες, είτε τους ζωγραφίζει ο Ιερώνυμος Μπος στα νεότερα χρόνια, ή τους κατασκευάζει ο αρχαίος γλύπτης του Εκατόμπεδου, η σημασία είναι πάντα η ίδια: Ότι υπάρχουν πράγματα που είναι αόρατα, αλλά δυνατά, έντονα κι επικίνδυνα, που μπορεί να με παρασύρουν επειδή δεν τα βλέπω για να τα ελέγξω, και όλα αυτά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα διαχειριστώ. Ο βασικότερος στόχος της ζωής του ανθρώπου είναι κυρίως αυτός: Να μπορέσει να διαχειριστεί αυτόν τον σκοτεινό κόσμο. Και σιγά-σιγά, όσο περνάει ο χρόνος, η αίσθηση που έχουμε βλέποντας τα έργα της αρχαϊκής περιόδου, είναι ότι βαθμιαία υποχωρούν τα ζώα, τα κτήνη και τα ανεξέλεγκτα στοιχεία, και φθάνουμε στην λατρεία του Ανθρώπου.

Ο Εκατόμπεδος καταστράφηκε κάποια στιγμή και οι επόμενοι τύραννοι αποφάσισαν να χτίσουν ένα νέο ναό. Ο πρώτος ναός ήταν Πεισιστράτειος, ο δεύτερος προ-Κλεισθένειος και ο τρίτος Περίκλειος. Δεν σημαίνουν τίποτε αυτά, αλλά μας βοηθούν λίγο να τοποθετήσουμε χρονικά τα γεγονότα.

Προχωρώ, και στέκομαι μπροστά στο αέτωμα του δεύτερου ναού (όσο έχει σωθεί). Συνειδητοποιώ αμέσως ότι ανάμεσα στον πρώτο ναό (τον Εκατόμπεδο, του 570) και στον δεύτερο ναό (τον Προπαρθενώνα, του 490) υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η διαφορά έγκειται στο ότι τα τέρατα έχουν πια χαθεί. Τι συνέβη;

Συνέβη ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ελέγχουν την κατάσταση σε κάποιο βαθμό. Κι εδώ έχουμε πάλη, πόλεμο και βία. Αλλά δεν έχουμε ζωικά στοιχεία, δεν έχουμε κτηνώδη στοιχεία. Εδώ παλεύουν οι θεοί με τους τιτάνες και τους γίγαντες. Δηλαδή, κάποιες θεότητες που στόχευαν στο χάος ήρθαν σε σύγκρουση με τους ολύμπιους θεούς που επιδίωκαν να οργανώσουν με τάξη το σύμπαν. Το σύμπαν ήταν χαώδες και ανεξέλεγκτο, γεμάτο φόβους. Αυτούς τους φόβους η νηφαλιότητα των ολυμπίων θεών προσπάθησε να τους βάλει σε μια τάξη. Και γι’ αυτό οι ολύμπιοι θεοί (εν προκειμένω η Αθηνά) έρχονται να πολεμήσουν τους τιτάνες και τους γίγαντες. Η Αθηνά φέρει ένα πλεκτό με φίδια και έχει κρεμασμένο στο στήθος της το γοργόνειο.

Για να καταλάβουμε την απεικόνιση, ας δούμε στα γρήγορα τον σχετικό μύθο, ο οποίος έχει τεράστια σημασία για την κατανόηση της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας. Λέει λοιπόν ο μύθος ότι η θεά Αθηνά μαζί με τον Περσέα σκότωσαν την Μέδουσα. Τι έγινε όμως η Μέδουσα; Εξαφανίστηκε; Όχι, η Αθηνά την εγκολπώθηκε. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν σκοτώσεις κάτι που ούτως ή άλλως υπάρχει μέσα σου, δεν μπορείς να το εξαφανίσεις, μπορείς απλά να το εγκολπωθείς και να βρίσκεσαι σε μία διαρκή εγρήγορση για την διαχείρισή του. Τον φόβο μου δεν τον εξαφανίζω. Τον διαχειρίζομαι. Βρίσκω μηχανισμούς και τρόπους να τον διαχειρίζομαι. Η απεικόνιση της Αθηνάς μας λέει ότι σκοτώνοντας την Μέδουσα δεν σκότωσε και το ένστικτο, αλλά το κουβαλάει μέσα της. Και επειδή το κουβαλάει μέσα της, μπορεί και το διαχειρίζεται. Γι’ αυτό στο αέτωμα η Αθηνά φοράει ένα πλεκτό φτιαγμένο με φίδια, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις του ενστίκτου, της φύσης και της γης. Για τον ίδιο λόγο φοράει το γοργόνειο, για να μας πει ότι το εγκολπώθηκε. Αυτό, στην δική μας Χριστιανική κουλτούρα είναι εντελώς διαφορετικό. Ο δικός μας Θεός αντιπαρατίθεται στο κακό και το ακυρώνει. Οι αρχαίοι δεν πίστευαν ότι μπορούν να ακυρώσουν το κακό, αλλά να το τιθασεύσουν, να το εγκολπωθούν και να το διαχειριστούν. Σαν να ήξεραν πολύ βαθειά μέσα τους ότι οι ανεξέλεγκτες δυνάμεις, τα ένστικτα και οι φόβοι δεν μπορούν ποτέ να εξαφανιστούν εντελώς. Για παράδειγμα, ο Απόλλων πήγε στους Δελφούς να σκοτώσει τον Πύθωνα. Αυτό απεικονίζεται στο αέτωμα του ναού των Δελφών. Τι συμβολίζει αυτό; Συμβολίζει την επικράτηση του ανθρώπου πάνω στο κτήνος, την επικράτηση του πνεύματος πάνω στην ύλη. Αλλά από τότε που τον σκότωσε, ονομάσθηκε Πύθιος Απόλλων. Τον φόνο που έκανε τον φέρει στο όνομά του.

Έτσι λοιπόν, στο αέτωμα του δεύτερου ναού έχουμε την μάχη ανάμεσα στου Θεούς και τους Γίγαντες. Δηλαδή, άλλη μια μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Μόνο που εδώ, το καλό και το κακό έχουν την ίδια όψη. Ανθρώπινη. Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι πίσω στο 570 π.Χ. οι άνθρωποι είχαν κατορθώσει να διαχειριστούν ένα θέμα, λέγοντας: Εδώ ο άνθρωπος, εκεί το κτήνος. Και περνούν τα χρόνια και διαπιστώνουν ότι αυτός ο διαχωρισμός δεν ήταν και τόσο ασφαλής, διότι είδαν ότι και μέσα στον άνθρωπο υπάρχει το κτήνος, και ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχουν πολλά κτήνη. Και ότι το κτήνος δεν είναι κάτι που φαίνεται πάντοτε εξωτερικά, αλλά μπορεί να βρίσκεται πίσω από την πολύ όμορφη όψη ενός ανθρώπου. Άρα περνάμε από ένα επίπεδο ορατής διαφοροποίησης μεταξύ ανθρώπου και κτήνους, σε ένα επίπεδο μη ορατής διαφοροποίησης, που έχει και αυτό την ανάγκη της διαχείρισής του.

Φαίνεται λοιπόν πια καθαρά η πορεία: Το 570 π.Χ. ο άνθρωπος θεωρεί ότι κατέκτησε το νόημα. Πιστεύει ότι ξέρει πλέον ποιοι είναι οι άνθρωποι και ποια τα ζώα, και όταν φτιάχνει το αέτωμα του Εκατόμπεδου, χρησιμοποιεί αυτές τις απεικονίσεις. Με την πάροδο των ετών όμως διαπιστώνει ότι το ζώο τελικά υπάρχει μέσα του και πρέπει να βρει τρόπο να το τιθασεύσει και να το διαχειριστεί, και το αέτωμα του Προπαρθενώνα το 490 π.Χ. αντανακλά αυτήν του την νέα ανησυχία.

Advertisements




– Οι Κόρες της Ακροπόλεως

16 04 2019

Μία καλή αναγνώστρια του μπλογκ είχε την καλοσύνη να γράψει ένα επαινετικό σχόλιο για ένα κείμενο που είχα αναρτήσει πριν εννέα ολόκληρα χρόνια (στις 27 Απριλίου 2010) με την ευκαιρία των επισκέψεων στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως που λίγους μήνες πριν είχε ανοίξει τις πύλες του στο κοινό. Το σχόλιο της αναγνώστριας με έκανε να σκεφτώ ότι στα τελευταία χρόνια οι διαλέξεις μου αναφέρονται περισσότερο στην τέχνη άλλων λαών και πολύ λιγότερο στην Ελληνική τέχνη, πράγμα που μου προκάλεσε μια νοσταλγία…

Ξαναδημοσιεύω το κείμενο για όσους ενδιαφέρονται να το ξαναδιαβάσουν:

Με οδηγούς τις Κόρες της Ακροπόλεως

koriΣτην απόπειρά μας να παρακολουθήσουμε την διαδρομή της σκέψης και την προσπάθεια αυτοσυνειδησίας των αρχαίων Ελλήνων, που είχαμε ξεκινήσει παρατηρώντας τα αετώματα των Παρθενώνων, οδηγοί μας αυτή την φορά θα είναι οι Κόρες της Ακροπόλεως, με τις οποίες μπορούμε πια σχεδόν να συνομιλήσουμε στην θαυμάσια αίθουσα του νέου Μουσείου Ακροπόλεως.

Ας κάνουμε εδώ μια μικρή εισαγωγή για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτά που βλέπουμε. Όλα αυτά τα γλυπτά είναι προσφορές. Προσφορές από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης. Έχουμε επιγραφές που μιλούν για χειρώνακτες, για πλύντριες. Μπορεί να μην ήσαν πλούσιοι, αλλά μέσα στο μυαλό τους είχαν την επιθυμία να κάνουν μια προσφορά. Έτσι ένιωθαν και έτσι θέσπισαν. Προσφορές έκαναν συνήθως για δύο λόγους, για την “απαρχή” και για την “δεκάτη”. Μία προσφορά του ενός δεκάτου για την επιτυχία ενός εγχειρήματος ήταν πράγμα πολύ συνηθισμένο. Η απαρχή ήταν ένα αφιέρωμα που έκανε κάποιος όταν κατόρθωνε να πετύχει κάτι που προσπαθούσε καιρό. Δεν ήταν από ματαιοδοξία όπως θα μπορούσε να πει κανείς κρίνοντας από την σημερινή εποχή. Ήταν ένα αφιέρωμα στους θεούς ως αναγνώριση της συμβολής τους στην επιτυχία του. Ακόμα και η πλύντρια, και ο απελεύθερος. Και εδώ είναι το εντυπωσιακό. Συνήθως οι τέχνες κατά την αρχαιότητα δοξάζουν εξουσίες και συστήματα, δεν είναι τέχνες στις οποίες μπορούμε να σκύψουμε και να καταλάβουμε τον πόνο και τον μόχθο του απλού ανθρώπου. Η Αιγυπτιακή τέχνη, η τέχνη της Μεσοποταμίας, των Σουμερίων, των Ακκάδων, των Περσών, των Μυκηναίων, δεν εμπεριείχαν ψήγματα και δείγματα του ανθρώπινου πόνου και των ανθρώπινων επιθυμιών. Αντίθετα, εδώ, τα έχουμε όλα αυτά, και μάλιστα σε κοινή θέα. Για να τα βλέπουν όλοι!

Τα περισσότερα αναθήματα ήσαν κόρες διότι αφιερώνονται στην Θεά, δηλαδή την Αθηνά. Στην Ολυμπία, όπου ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Δία, τα περισσότερα αναθήματα ήταν ανδρικά. Είχε δηλαδή να κάνει με την θεότητα στην οποία αφιερωνόταν το άγαλμα, και όχι με το φύλο του αναθέτη. Άλλωστε οι συντριπτικά περισσότεροι αναθέτες ήταν άνδρες. Οι γυναίκες σπάνια είχαν την οικονομική άνεση να κάνουν αφιερώματα. Ακόμα λοιπόν και οι άνδρες ανέθεταν γυναικεία μορφή.

Ανάλογα με την περιοχή από την οποία προέρχεται το άγαλμα της κόρης, ποικίλλει και η στάση και η ενδυμασία του. Πολλές, που προέρχονται από την Ιωνία (την Σάμο, την Μίλητο, την Χίο, την Λέσβο) όπου οι γυναίκες σπούδαζαν και μάθαιναν μουσική, φορούν χιτώνα και ιμάτιο, δηλαδή ελαφρότερα ενδύματα. Η Πεπλοφόρος, που προφανώς προέρχεται από μία περιοχή όπου η γυναίκα είναι περισσότερο δεμένη με ένα ρόλο διαχείρισης του οίκου, είναι πιο συντηρητική και φοράει πέπλο. Ο πέπλος είναι το συντηρητικό ντύσιμο της εποχής. Άλλωστε και η στάση του σώματος και η κατασκευή της Πεπλοφόρου δίνουν την αίσθηση ότι πρόκειται για μία κολώνα. Την κολώνα του σπιτιού!

Όλα τα αγάλματα των κορών είναι περίοπτα και μαρμάρινα, δηλαδή λαξευμένη πέτρα, ό,τι δυσκολότερο δηλαδή από άποψη τεχνικής, χωρίς όμως να είναι όλες αριστουργήματα. Το μάρμαρο που χρησιμοποιείται δεν είναι πεντελικό, αλλά συνήθως πάριο και νάξιο που είναι πιο διαφώτιστα και έχουν μια λίγο διαφορετική υφή. Όλες ήταν βαμμένες και είχαν το αρχαϊκό μειδίαμα. Φορούν ένα χιτώνα ριχτό, ο οποίος κολλάει πάνω στο σώμα και το αναδεικνύει. Τότε ακόμη, στον έκτο αιώνα, δεν νοείται γυναικείο γυμνό (η Αφροδίτη της Μήλου και τα άλλα γυμνά είναι μεταγενέστερα). Όμως, τα αγάλματα αντί να αποκρύπτουν την θηλυκότητα, την αποκαλύπτουν τονίζοντάς την. Και ακροβατούν στα διπλά νοήματα. Οι κόρες φέρνουν το ένα χέρι (συνήθως το αριστερό) να τραβάει τον χιτώνα, και αυτό το τράβηγμα έχει διπλή σήμανση. Από την μία είναι δήλωση αιδημοσύνης και από την άλλη αναδεικνύει την κορμοστασιά της κόρης. Θαυμάσια επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο λύνουν το πρόβλημα και κάνουν το άγαλμα να δηλώνει ταυτόχρονα αιδημοσύνη και ερωτισμό. Και ταυτόχρονα δηλώνονται θεϊκές υποστάσεις με το πιο ανθρώπινο πράγμα που υπάρχει: το σώμα. Όλοι οι πολιτισμοί προσπάθησαν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να ασχοληθεί με την πνευματική του υπόσταση παραμελώντας ή ακυρώνοντας το σώμα. Ο Ελληνικός είναι ένας από τους ελάχιστους πολιτισμούς που κατάφερε να δώσει τις πιο πνευματικές μορφές, όχι ακυρώνοντας και παραμελώντας το σώμα, αλλά τονίζοντάς το.

Σε πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί ότι το άγαλμα είναι η κόρη ή η γυναίκα του αναθέτη. Όχι! Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια συγκεκριμένη κοπέλα. Είναι μια ιδέα. Είναι η ιδέα της καλής και αγαθής γυναίκας που κρύβει μέσα της κάθε κοπέλα. Δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αφιερώσω στον θεό ένα πιστό αντίγραφο μιας κοπέλας ή του εαυτού μου. Πόσο αλαζονικό θα ήταν αυτό, και πόσο έξω από την νοοτροπία των αρχαίων Ελλήνων! Τι μπορώ να ανταποδώσω λοιπόν στην θεότητα; Απλούστατα, αυτό που μου έδωσε, δηλαδή το θεϊκό μου κομμάτι. Την ευχαριστώ επειδή κινητοποίησε μέσα μου το θεϊκό μου κομμάτι. Την καλή και τέλεια εικόνα του εαυτού μου, την ιδέα της πνευματικής μου υπόστασης που την χρωστώ στην θεότητα. Άρα, αναθέτοντας μία κόρη ανταποδίδω την θεϊκή εικόνα που βρίσκεται μέσα της. Και αυτό δίνεται με ένα εξαιρετικό τρόπο, πολύ εσωτερικό. Οι μορφές δείχνουν ευτυχισμένες γι’ αυτό που κατέκτησαν. Δεν έχουν αγωνία. Δεν αναζητούν τίποτε. Έχουν καταλήξει. Έχουν συνείδηση. Απεικονίζουν την υπερβατική ικανότητα του ανθρώπου.

Η καλλιτεχνική τους απόδοση είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Καταλαβαίνει ο αρχαίος καλλιτέχνης ότι αυτό που θέλει να πει πρέπει να το πει ωραία, αλλιώς δεν θα γίνει αντιληπτό. Οι Έλληνες στήριξαν πάρα πολύ την τέχνη τους στην έννοια της όμορφης αφήγησης. Κάποιος που θα έλεγε ωραία πράγματα, αλλά όχι με ωραίο τρόπο, δεν θα μπορούσε να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Σκέφτηκε λοιπόν ο Έλληνας καλλιτέχνης: “Αυτό που θέλω να πω είναι μία έννοια, μία ιδέα. Θα πρέπει να το πω με ένα τόσο όμορφο τρόπο που να τραβήξει την προσοχή του θεατή”. Θέλει, δηλαδή, ο καλλιτέχνης να κάνει τον θεατή να σταθεί μπροστά στο γλυπτό — το άγαλμα — να το βλέπει και να αγάλλεται. Και μέσω αυτής της αγαλλίασης να εισπράξει όλα τα νοήματα που εμπεριέχονται.

Δικαιολογημένα μπορεί να διερωτηθεί κανείς: Δηλαδή ακόμα και ένας αμόρφωτος Αθηναίος που τυχόν ανέβαινε στην Ακρόπολη ήταν σε θέση να αντιληφθεί όλα αυτά τα νοήματα; Ναι, μπορούσε να τα αντιληφθεί διότι ήταν ο κώδικας της εποχής του. Με τον ίδιο τρόπο που κι εμείς κατανοούμε και κωδικοποιούμε τα μηνύματα της δικής μας εποχής.

Απορεί κανείς πώς έχει διατηρηθεί το χρώμα στις περισσότερες κόρες, ενώ σε όλα τα άλλα γλυπτά της Ακρόπολης έχει χαθεί εντελώς. Όταν, λοιπόν, κατέλαβαν οι Πέρσες την Αθήνα, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πόλη και έφυγαν να σωθούν στην Αίγινα, την Σαλαμίνα και αλλού. Οι Πέρσες κατέστρεψαν τα πάντα στην Ακρόπολη. Ό,τι βρήκαν μπροστά τους το έσπασαν. Όταν αργότερα οι Πέρσες απωθήθηκαν, οι Αθηναίοι περισυνέλεξαν όλα τα σπασμένα αγάλματα. Επειδή όμως δεν ήταν απλώς διακοσμητικά αγάλματα και στολίδια, αλλά οντότητες που καθόριζαν την ζωή τους, τα πήραν έτσι όπως ήταν σπασμένα και άνοιξαν ένα μεγάλο λάκκο πάνω στην Ακρόπολη και τα έθαψαν, όπως ακριβώς έθαψαν και τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Άλλωστε, τα αγάλματα ανήκαν στην Θεά και δεν ήταν δυνατόν να τα πάνε αλλού. Όταν λοιπόν το 1870 έγιναν οι εκσκαφές για να κτισθεί το παλαιό μουσείο της Ακρόπολης, βρέθηκε ο λάκκος με όλες αυτές τις κόρες. Γι’ αυτό οι κόρες διατηρούν τα ίχνη του χρώματος, διότι παρέμειναν επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια θαμμένες και δεν επηρεάστηκαν από την ατμόσφαιρα, τις βροχές και τους διάφορους εισβολείς. Έτσι, μάθαμε κι εμείς τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν οι αρχαίοι τα πράγματα.

Έχω επανειλημμένως μιλήσει για την ιδιαιτερότητα της θρησκείας στην αρχαία Ελλάδα, και θα ξαναπώ εδώ δυο λόγια διότι έχουν σημασία για το θέμα που συζητάμε. Είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξο το γεγονός ότι οι Έλληνες που στοχάζονταν για τα πάντα, που έγραφαν, που κωδικοποιούσαν και εκλογίκευαν κάθε έννοια, δεν είχαν κανένα θρησκευτικό κείμενο. Ήταν ένας από τους ελάχιστους πολιτισμένους λαούς που δεν είχε ιερά κείμενα, δεν είχε Ευαγγέλιο. Και αυτό διότι είχαν καταλάβει ότι τα ιερά κείμενα είναι πολύ ωραία μεν, αλλά με την πάροδο του χρόνου γίνονται δογματικά. Διότι οι εποχές και οι άνθρωποι αλλάζουν και η παλαιά διατύπωση, εκλαμβανόμενη ως αλήθεια, δεν μπορεί να αγκαλιάσει τις καινούργιες εκδοχές της πραγματικότητας. Και, ούτως ή άλλως, αυτή την αλήθεια δεν την παρέλαβαν από κάπου, αλλά την ανακάλυψαν μόνοι τους. Σε όλους τους προηγμένους πολιτισμούς υπήρχε ιερατείο που έλυνε κι έδενε. Οι Έλληνες δεν είχαν ιερατείο ούτε Ευαγγέλιο. Αυτό παρουσίαζε μεν κάποια δυσκολία διότι ο άνθρωπος δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει σε κάθε δεδομένη περίπτωση, αλλά ήταν και καλό διότι τα θέματα ετίθεντο υπό συνεχή αναδιαπραγμάτευση. Αυτή η μεταιχμιακή κατάσταση ήταν ένα δυνατό και εποικοδομητικό στοιχείο, δεδομένου ότι κάθε φορά η αναδιαπραγμάτευση γινόταν με διάφορους τρόπους, ακόμα και τρόπους καθαρά εικαστικούς. Για να φανεί πόσο ορμητική είναι αυτή η συνεχής αναδιαπραγμάτευση, αρκεί να πούμε ότι αυτή η τεράστια αλλαγή γίνεται μέσα σε πενήντα μόλις χρόνια. Στην Αίγυπτο, όπου τα ιερά πράγματα ήταν απαρασάλευτα και μη υποκείμενα σε αναδιαπραγμάτευση, τίποτε σχεδόν δεν άλλαξε μέσα σε δύο χιλιάδες χρόνια.

Είπα στην αρχή ότι προσφορές γίνονταν συνήθως για δύο λόγους: για την “απαρχή” και για την “δεκάτη”. Και είπα επίσης ότι οι αναθέτες προέρχονταν από όλες τις οικονομικές τάξεις. Ας πάρουμε για παράδειγμα την “Κόρη του Αντήνορα”. Είναι η μεγαλύτερη κόρη της Ακρόπολης. Και αυτή η μεγαλύτερη σε μέγεθος κόρη της Ακρόπολης ήταν προσφορά ενός ανθρώπου πολύ χαμηλής οικονομικής στάθμης. Ενός κεραμέα! Ας σημειωθεί ότι ο κεραμέας δεν ήταν ο σημερινός καλλιτέχνης κεραμίστας, αλλά ο σημερινός κανατάς. Ένας χειρώνακτας που δεν έχαιρε καμμιάς κοινωνικής υπόληψης. Πώς ανέθηκε το μεγαλύτερο έργο της Ακρόπολης ένας χειρώνακτας και όχι ένας άρχοντας; Η επιγραφή της κόρης εξηγεί ότι το ανέθηκε όταν κατόρθωσε να πουλήσει το πρώτο του έργο. Αυτή είναι η “απαρχή”. Είναι δηλαδή ένα δώρο προς τους θεούς από τον αναθέτη, διότι κατόρθωσε να εκπληρώσει τις επιθυμίες του.

Είπαμε πριν ότι όλες οι κόρες ήταν ντυμένες. Ας δούμε τώρα τον “παίδα του Κριτίου”. Είναι σε στάση κόντρα πόστο, δηλαδή το ένα πόδι πατάει και στηρίζει και το άλλο απλώς ακουμπάει και αναπαύεται, σε ένα είδος ισορροπίας που ζωντανεύει όλο το σώμα. Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο είναι η γυμνότητά του. Και όμως, αυτό που βλέπουμε δεν είναι γυμνό. Είναι ενδεδυμένο με την γύμνια του. Όπως το είχε θέσει πολύ ωραία ο John Berger όταν μιλούσε για nude και naked, δηλαδή το γυμνό και το γδυτό. Γδυτός είναι κάποιος που έχει αφαιρέσει τα ρούχα που φορούσε. Έτσι η λέξη από μόνη της έχει κάποια μειωτική απόχρωση. Ο γυμνός, αντιθέτως, φοράει την γυμνότητά του. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται σε κοινή θέα ένας άνθρωπος ο οποίος φοράει την γυμνότητά του. Λέει, δηλαδή, για πρώτη φορά: Είναι πολύ όμορφο πράγμα να είσαι άνθρωπος. Και το λέει μέσω της γυμνότητάς του. Δεν είναι γδυτός, δεν ντρέπεται για τον εαυτό του, ούτε εμείς ντρεπόμαστε που τον βλέπουμε. Δεν έχει άλλο σκοπό από το να δηλώσει ότι “όλη αυτή η διαδρομή που έκανα, ήταν και μια διαδρομή του μυαλού. Κατάφερα να φτιάξω πράγματα και να δημιουργήσω πολιτισμό”.

Είμαστε πια στο 480 π.Χ. Αρχίσαμε από το 580 π.Χ. και μέσα σε εκατό χρόνια οι Έλληνες έφτιαξαν όλο αυτό το εννοιολογικό σύμπαν. Με φιλοσοφίες, με έννοιες, με τέχνη, και αυτό το έφτιαξε αυτός ο άνθρωπος που φωνάζει: “Να ‘μαι! Είμαι περήφανος γι’ αυτό που κατάφερα και γι’ αυτό που είμαι”. Είναι το ακριβώς αντίθετο της Χριστιανικής αιδούς. Επειδή ο Χριστιανισμός θέλει να πριμοδοτήσει την πνευματικότητα του ανθρώπου, αποφεύγει να δείξει το σώμα διότι θεωρεί ότι ασχολούμενος με το σώμα απομακρύνεται από την πνευματικότητα. Οπότε, αυτή η γυμνότητα στα μάτια ενός Χριστιανού είναι σκανδαλιστική, διότι στον Χριστιανισμό το γυμνό έχει άλλη συμπαραδήλωση. Για τον αρχαίο Έλληνα, ο “παις Κριτίου” ήταν ντυμένος με την γυμνότητά του. Ήταν ντυμένος με το να είναι άνθρωπος, να έχει σώμα, και να έχει αυτό το συγκεκριμένο σώμα.

Είναι αντιληπτό ότι τα αγάλματα αυτά δεν ήταν αληθινά μοντέλα. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν ωραιότεροι από εμάς, ήταν μάλλον πιο άσχημοι. Τα αγάλματα όμως απεικόνιζαν την ιδανική τους μορφή. Ο γλύπτης της αρχαιότητας θα έπαιρνε τα καλά στοιχεία από διάφορους ανθρώπους και θα έφτιαχνε μια ιδανική μορφή που θα είχε τα τελειότερα στοιχεία διαφορετικών ανθρώπων. Δηλαδή, μπορούσε να πούμε ότι θαυμάζουμε την αρχαία Ελληνική τέχνη για τον ρεαλισμό της; Την θαυμάζουμε διότι απέδωσε με τόσο ρεαλιστικό τρόπο τους αληθινούς ανθρώπους; Όχι, δεν είναι αληθινοί άνθρωποι αυτοί, είναι έννοιες. Άρα: θαυμάζουμε τους αρχαίους Έλληνες για τον τρόπο με τον οποίο στην τέχνη τους κατάφεραν να συνενώσουν την ρεαλιστική ορατή πραγματικότητα με το θαύμα του ανθρώπινου νου.

Και καταλήγουμε στην Κόρη του Ευθυδίκου, στην οποία βλέπουμε μεγάλες διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με τις άλλες κόρες. Κατ’ αρχήν δεν μειδιά. Είναι βαρύθυμη και πιο στοχαστική. Αυτό μας εισάγει — όπως και το παιδί του Κριτία — στον αυστηρό κλασικό ρυθμό. Που, εννοιολογικά, μου λέει: “Ωραία όλα αυτά που είχα την χαρά να δω και να ανακαλύψω μέσα σε αυτά τα ογδόντα χρόνια. Τα κατέκτησα! Τώρα είναι τα δύσκολα. Πως θα τα διαχειριστώ.” Οπότε, εδώ (το 480 π.Χ.) αρχίζει η κλασική περίοδος που περιλαμβάνει όλα αυτά που έχουμε δει στην Ολυμπία, τον Ηνίοχο των Δελφών και τόσα άλλα. Όλα αυτά είναι αυστηρός κλασικός ρυθμός διότι θέτει τον άνθρωπο απέναντι όχι στην ανακάλυψή του — που έλαμπε — αλλά στην διαχείριση των παραμέτρων αυτής της ανακάλυψης — που είναι πράγμα σοβαρότερο και δυσκολότερο, και απαιτεί μία πιο στοχαστική και όχι τόσο χαρίεσσα αντίληψη. Απαιτεί σκέψη. Τα άλλα ήταν πιο πολύ χαρά της ζωής και ανακάλυψη. Αυτά είναι πιο πολύ στοχασμός. Και αυτό το βλέπουμε παντού. Ακόμα και οι θεοί, όπως η Αθηνά, είναι σκεπτόμενοι. Μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι οι θεοί είναι κάποια δική μας υπόσταση.





– Σύντομη Εισαγωγή στην Αρχαία Ελληνική Αγγειογραφία

1 06 2013

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες έξι χρόνια από τότε που ξεκίνησε αυτό το μπλογκ. Γράφτηκαν πολλά άρθρα, και βεβαίως θα ήθελα να είχαν γραφτεί περισσότερα! Εκείνο πάντως που δαικρίνεται καθαρά μετά από τόσα χρόνια, είναι οι προτιμήσεις των αναγνωστών όπως προκύπτουν από την αναγνωσιμότητα των αναρτήσεων. Σκέφτηκα λοιπόν (όπως με συμβούλεψαν άνθρωποι ειδικότεροι από εμένα) να φέρω στην “επιφάνεια” μερικά από τα περισσότερο διαβασμένα κείμενα διότι πολλές φορές αυτά χάνονται μέσα στο πλήθος.

Ένα αγαπημένο μου θέμα υπήρξε πάντοτε η αρχαία Ελληνική αγγειογραφία, και με χαρά είδα ότι μία “Σύντομη Εισαγωγή στην αρχαία Ελληνική αγγειογραφία” που είχα αναρτήσει προ τετραετίας, διαβάστηκε πολύ. Αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο αυτούσιο:

Σύντομη Εισαγωγή στην Αρχαία Ελληνική ΑγγειογραφίαΣτο βάθος του χρόνου, από την όγδοη χιλιετία έχουμε τα εξαιρετικά νεολιθικά αγγεία, η διακόσμηση των οποίων αποδίδει σχήματα που απ’ όσο μπορούμε να καταλάβουμε είναι η εικονοποιημένη κίνηση των ανθρώπων στις καθημερινές τους ασχολίες: το όργωμα με την κίνηση βουστροφηδόν, οι φλόγες που τυλίγουν ένα αγγείο και το μετατρέπουν από χώμα σε ένα στερεό δοχείο. Όλα αυτά, για τον νεολιθικό άνθρωπο, που ζει για πρώτη φορά σε μια μόνιμη εγκατάσταση, αποτελούν ένα μικρό θαύμα. Το μικρό θαύμα του ανθρώπου, που μπορεί να ορίσει την ζωή του, να την πάρει στα χέρια του, να έχει αποθέματα, να έχει καλή οργάνωση των βιοτικών του αναγκών. Όταν λοιπόν έρχεται η ώρα να τα απεικονίσει όλα αυτά — να ζωγραφίσει δηλαδή διάφορα σχέδια πάνω σε ένα αγγείο για να το κάνει πιο όμορφο — έρχεται απέναντι σε αυτό το ερώτημα: Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει την ζωή μου; Πως οι καθημερινές μου κινήσεις μπορούν να με κάνουν πιο ασφαλή και πιο ευτυχισμένο στην κοινότητα που ζω; Απ’ ό,τι φαίνεται στα νεολιθικά χρόνια αυτή είναι η κυρίαρχη αντίληψη των γεωμετρικών μοτίβων που υπάρχουν στα αγγεία.

Read the rest of this entry »





– Ἠράσθην, ἐφίλουν, ἔτυχον, κατέπραξ’, ἀγαπῶμαι.

29 08 2012

Ένα υπέροχο ποιητικό δίστιχο ανωνύμου (ΑΔΕΣΠΟΤΟΝ)  από την Παλατινή Ανθολογία (V.51):

Ἠράσθην, ἐφίλουν, ἔτυχον, κατέπραξ’, ἀγαπῶμαι.
τίς δέ καί ἧς καί πῶς, ἡ θεός οἶδε μόνη.

(Συνάντησα, ερωτεύθηκα κι από αγάπη λειώνω – μα ποιός εγώ, με ποιά και πώς, η θεά γνωρίζει μόνο)

Το θυμήθηκα πάνω στη συζήτηση με μια παλιά μαθήτρια και φίλη για το αγγείο με τον φτερωτό φαλλό του Φιλωνίδη (ευχαριστώ για την αφορμή, Μαρία).

Πρόκειται για το πώμα μικρής αττικής ερυθρόμορφης πυξίδας που χρονολογείται το 430-420 π.Χ., έχει διάμετρο 4,5 εκατοστά και βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Απεικονίζει όμορφα ενταγμένα στο κυκλικό σχήμα του αγγείου, έναν φτερωτό φαλλό σε στύση ανάμεσα σε τρία ηβικά τρίγωνα, έναν άντρα, δηλαδή, τον Φιλωνίδη ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, την Ανεμώνη, την Αυλητρίδα και μια τρίτη που διατηρεί την ανωνυμία της…

Ο φτερωτός φαλλός ήταν σύμβολο γονιμότητας, είχε αποτροπαϊκό χαρακτήρα και απεικονίζεται σε αρκετές παραστάσεις. Συνήθως τον κρατούν εταίρες που είχαν κάθε λόγο να διατηρούν ένα σύμβολο προστασίας από το κακό μάτι…

Το όνομα ‘Αυλητρίς’ παραπέμπει πιθανόν σε συμποσιακό χαρακτήρα. Ο Γιώργος Καββαδίας αναφέρει ότι ο άνδρας της επιγραφής του αγγείου πιθανόν να ταυτίζεται με το Αθηναίο κωμικό Φιλωνίδη και η παράσταση να εικονογραφεί ένα φαλλικό λογοπαίγνιο ή κάποιο κωμικό σχόλιο. Άλλοι μελετητές θεωρούν ότι πρόκειται για μια παρωδία της κρίσης του Πάριδος.





– Τα χέρια στην τέχνη (βίντεο)

26 05 2011

Ανέβασα σήμερα τέσσερα βίντεο που προέκυψαν από την διάλεξή μου με τίτλο “Τα χέρια στην Τέχνη” που δόθηκε στις 25 Μαΐου 2011. Το θέμα μου ήταν η απεικόνιση αλλά και οι συμβολισμοί των ανθρώπινων και θεϊκών χεριών σε όλη την διαδρομή της ιστορίας της τέχνης, από το 35.000 π.Χ. μέχρι τις ημέρες μας. Στα βίντεο που ανέβασα εστιάζω σε τέσσερα πολύ σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας της τέχνης: Την γλυπτική και τις επιτύμβιες στήλες της Αρχαίας Ελλάδας, την Βυζαντινή και την Αναγεννησιακή τέχνη.

Για να τα δείτε, πηγαίνεται στην σελίδα ΒΙΝΤΕΟ.





– Οι Καρυάτιδες στο νέο μουσείο

30 05 2010

Στις συχνές επισκέψεις μου στο νέο Μουσείο της Ακροπόλεως, ακούω πολλούς ακροατές μου να παραπονούνται για την θέση που έχουν τοποθετηθεί οι Καρυάτιδες. Πολλοί πιστεύουν ότι είναι απομονωμένες και σε στενό χώρο. Πριν πω την γνώμη μου, θα κάνω μια πολύ σύντομη εισαγωγή για να εξηγήσω τι θέλω να πω.

Ξεκινώντας, πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι Καρυάτιδες είναι φέροντα στοιχεία. Κίονες δηλαδή. Φέρουν τα υπερκείμενα βάρη. Συνήθως, ένα φέρον στοιχείο κουβαλάει κάτι και υποφέρει. Στην περίπτωση των Καρυάτιδων όμως, αυτή η λειτουργία έχει ακυρωθεί. Οι Κόρες του Ερεχθείου, έχοντας κατακτήσει όλα όσα έχουμε αναφέρει σε άλλες συζητήσεις μας για τις Κόρες της Ακροπόλεως, στα τέλη της αρχαϊκής και στην αρχή της κλασικής περιόδου, κουβαλούν το φορτίο τους χωρίς καμμία ενόχληση. Δείχνουν έτοιμες να φύγουν, να πετάξουν, παρά το βάρος που τις πιέζει, διότι λένε με τον τρόπο τους, ότι πολύ συχνά ο άνθρωπος μπορεί να κουβαλήσει απίστευτα υπερκείμενα βάρη εάν μέσα του έχει διαχειριστεί και έχει κατακτήσει κάποια σημαντικά πράγματα. Δηλαδή μου λένε πως μπορώ να απαλλαγώ νοερά από τα βάρη που κουβαλώ, και να αισθάνομαι ανακουφισμένος. Read the rest of this entry »





– Με οδηγούς τις Κόρες της Ακροπόλεως

27 04 2010

Στην απόπειρά μας να παρακολουθήσουμε την διαδρομή της σκέψης και την προσπάθεια αυτοσυνειδησίας των αρχαίων Ελλήνων, που είχαμε ξεκινήσει παρατηρώντας τα αετώματα των Παρθενώνων, οδηγοί μας αυτή την φορά θα είναι οι Κόρες της Ακροπόλεως, με τις οποίες μπορούμε πια σχεδόν να συνομιλήσουμε στην θαυμάσια αίθουσα του νέου Μουσείου Ακροπόλεως.

Ας κάνουμε εδώ μια μικρή εισαγωγή για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτά που βλέπουμε. Όλα αυτά τα γλυπτά είναι προσφορές. Προσφορές από ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης. Έχουμε επιγραφές που μιλούν για χειρώνακτες, για πλύντριες. Μπορεί να μην ήσαν πλούσιοι, αλλά μέσα στο μυαλό τους είχαν την επιθυμία να κάνουν μια προσφορά. Έτσι ένιωθαν και έτσι θέσπισαν. Προσφορές έκαναν συνήθως για δύο λόγους, για την “απαρχή” και για την “δεκάτη”. Μία προσφορά του ενός δεκάτου για την επιτυχία ενός εγχειρήματος ήταν πράγμα πολύ συνηθισμένο. Η απαρχή ήταν ένα αφιέρωμα που έκανε κάποιος όταν κατόρθωνε να πετύχει κάτι που προσπαθούσε καιρό. Δεν ήταν από ματαιοδοξία όπως θα μπορούσε να πει κανείς κρίνοντας από την σημερινή εποχή. Ήταν ένα αφιέρωμα στους θεούς ως αναγνώριση της συμβολής τους στην επιτυχία του. Ακόμα και η πλύντρια, και ο απελεύθερος. Και εδώ είναι το εντυπωσιακό. Συνήθως οι τέχνες κατά την αρχαιότητα δοξάζουν εξουσίες και συστήματα, δεν είναι τέχνες στις οποίες μπορούμε να σκύψουμε και να καταλάβουμε τον πόνο και τον μόχθο του απλού ανθρώπου. Η Αιγυπτιακή τέχνη, η τέχνη της Μεσοποταμίας, των Σουμερίων, των Ακκάδων, των Περσών, των Μυκηναίων, δεν εμπεριείχαν ψήγματα και δείγματα του ανθρώπινου πόνου και των ανθρώπινων επιθυμιών. Αντίθετα, εδώ, τα έχουμε όλα αυτά, και μάλιστα σε κοινή θέα. Για να τα βλέπουν όλοι! Read the rest of this entry »