– Μια μυστική βασιλεία…

31 03 2010

Το κείμενο που ακολουθεί, είναι απόσπασμα από ένα ωραιότατο δοκίμιο που έχει γράψει ο Ζαν Ζενέ για τον Αλμπέρτο Τζιακομέττι. Όποτε το διαβάζω, αισθάνομαι ότι αποπνέει μια Παπαδιαμάντεια θρησκευτικότητα — χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς τον λόγο. Πότε άλλοτε θα ήταν ο καταλληλότερος χρόνος να το διαβάσουμε, αν όχι τώρα, στο μέσον της Μεγάλης Εβδομάδας; Καλό Πάσχα σε όλους!

«Ίσως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νοιώσει εκείνο το είδος θλίψης, αν όχι τρόμο, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος και η ιστορία του μοιάζουν αιχμάλωτοι μια αναπόδραστης κίνησης, που κάθε μέρα παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις και που, για λόγους ολοένα και πιο ασήμαντους φαίνεται να επικεντρώνεται στις εφήμερες μόνο αλλαγές του ορατού κόσμου. Ο ορατός κόσμος, όμως, είναι όπως είναι, κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτα για να τον αλλάξουμε. Νοσταλγεί λοιπόν κανείς έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος, αντί να επικεντρώνεται με τόση εμμονή πάνω στο οπτικό φαινόμενο, θα καταγινόταν με το να απαγκιστρωθεί απ’ αυτό, όχι μόνο αποποιούμενος κάθε είδους τέτοια δραστηριότητα, αλλά απογυμνώνοντας τον εαυτό του μέχρις ότου ανακαλύψει εκείνο το κρυφό σημείο, που είναι μέσα μας και που υπήρξε πάντα το μοναδικό ορμητήριο μιας διαφορετικής και αναμφίβολα πιο ηθικής περιπέτειας…

Αυτή η μυστική περιοχή, αυτή η μοναξιά όπου βρίσκουν καταφύγιο τα όντα — αλλά και τα πράγματα — αυτή είναι που χαρίζει τόση ομορφιά, ας πούμε, στο δρόμο: είμαι στο λεωφορείο, κάθομαι, δεν έχω να κάνω τίποτα, κοιτάζω έξω. Ο δρόμος κατηφορίζει, το λεωφορείο τρέχει. Πάω τόσο γρήγορα, που δεν έχω τη δυνατότητα να σταματήσω το χρόνο κοιτώντας ένα πρόσωπο ή μια χειρονομία, η ταχύτητα επιβάλλει στο βλέμμα μου μια αντίστοιχη ταχύτητα: ε, λοιπόν, δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο, ούτε ένα σώμα, ούτε μια στάση που να ‘χουν προετοιμαστεί ειδικά για μένα — είναι λοιπόν γυμνά. Κι εγώ καταγράφω: ένας άντρας πανύψηλος, ισχνός, καμπουριασμένος, με βουλιαγμένο στέρνο, γυαλιά και μεγάλη μύτη. Μια χοντρή νοικοκυρά που βαδίζει αργά, βαριά και θλιμμένα. Ένας παππούς που δεν είναι ωραίος παππούς, ένα δέντρο που είναι μόνο του, δίπλα σε ένα δέντρο που είναι μόνο του, δίπλα σ’ ένα άλλο… να κι ένας υπάλληλος, κι άλλος ένας, ένα πλήθος υπαλλήλων, μια πολιτεία γεμάτη κυρτωμένους υπαλλήλους. Όλοι αυτοί συνεπτυγμένοι σε μια προσωπική τους λεπτομέρεια που καταγράφει το βλέμμα μου: μια ζάρα στο σώμα, μια κούραση στους ώμους… καθενός η συμπεριφορά, ίσως εξαιτίας της ταχύτητας του βλέμματός μου και του οχήματος, εγγράφεται τόσο γρήγορα, συλλαμβάνεται τόσο γρήγορα μέσα στο αραβούργημά της, που κάθε ον μου αποκαλύπτεται με ότι έχει πιο καινούριο, πιο αναντικατάστατο, χάρη στη μοναξιά που τους χαρίζει εκείνη η πληγή, που είναι ζήτημα αν την υποψιάζονται κι ας συγκεντρώνεται εκεί όλο τους το είναι. Έτσι διασχίζω μια πολιτεία, που είναι σαν να τη σχεδίασε ο Ρέμπραντ, όπου ο κάθε άνθρωπος και το κάθε πράγμα γίνονται αντιληπτά μέσα στην αλήθεια τους, αφήνοντας πολύ πίσω την πλαστική ομορφιά…

Η μοναξιά, όπως την καταλαβαίνω εγώ, δεν σημαίνει αθλιότητα, αλλά μια μυστική βασιλεία, δεν σημαίνει έλλειψη επικοινωνίας, αλλά λίγο-πολύ αμυδρή επίγνωση μιας απροσμάχητης μοναδικότητας.»
 

Αποσπάσματα από το εξαιρετικό δοκίμιο
Genet, Jean, L’Atelier d’Alberto Giacometti, Décines, Marc Barbezat – L’Arbalète, 1958
[Ζαν Ζενέ, Το εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζακομέττι, Ύψιλον, Αθήνα, 1989]
 

Advertisements

Actions

Information

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s