– Μικρό οδοιπορικό στο νέο Μουσείο Ακροπόλεως

17 12 2009

Βλέποντας κανείς το νέο μουσείο από ψηλά, βλέπει ότι αποτελείται από το πάνω και το κάτω μέρος. Το κάτω μέρος ακολουθεί την κλίση του κτιρίου Βάιλερ, ενώ το πάνω έχει περιστραφεί κατά 23 μοίρες έτσι ώστε να ακολουθεί την κλίση του ίδιου του Παρθενώνα. Ακολουθήθηκε και η μορφή του Παρθενώνα. Ο Παρθενώνας είναι ένας ναός περίπτερος και έχει φυσικά ένα σηκό. Το ίδιο έγινε και στο πάνω μέρος του νέου μουσείου. Δόθηκε και ο ίδιος προσανατολισμός, πράγμα πολύ σημαντικό, διότι το φως πέφτει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που έπεφτε στον Παρθενώνα, ακριβώς με την ίδια γωνία πρόσπτωσης. Επομένως, το αέτωμα π.χ. το βλέπει ο επισκέπτης όπως ακριβώς φωτισμένο το έβλεπε και ο επισκέπτης του Παρθενώνα.

Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν δεν έχουν σχέση με τα αρχαία υλικά, πράγμα για το οποίο επικρίθηκαν οι αρχιτέκτονες. Όμως αυτοί δεν χρησιμοποίησαν μορφολογικούς συσχετισμούς, αλλά συσχετισμούς περιεχομένου. Αυτό που έψαξαν να βρουν οι αρχιτέκτονες ήταν τι ένοιωθε ο αρχαίος όταν ανέβαινε πάνω στην Ακρόπολη και στεκόταν έξω από τον Παρθενώνα. Ήθελαν να μάθουν πώς λειτουργούσε αυτή η σχέση. Αφού κατέγραψαν όσα θα ένοιωθε κάποιος απέναντι σε ένα αρχαίο οικοδόμημα, προσπάθησαν να προκαλέσουν αυτά τα συναισθήματα με σύγχρονα υλικά. Με οπλισμένο σκυρόδεμα, ατσάλι και γυαλί. Μια πιο κιτς εκδοχή θα ήταν να πούνε “ο Παρθενώνας ήταν φτιαγμένος από Πεντελικό μάρμαρο, άρα κι εμείς θα φτιάξουμε το μουσείο από Πεντελικό μάρμαρο”. Αυτός θα ήταν ένας πολύ εύκολος και επιφανειακός συσχετισμός. Σε ορισμένα σημεία, βέβαια, χρησιμοποιήθηκε μάρμαρο, αλλά πρόκειται για το γκριζοπράσινο μάρμαρο της Μακεδονίας που έχει το πλεονέκτημα να είναι ουδέτερο και να μη λερώνει. Και αυτό το μάρμαρο χρησιμοποιήθηκε στους διαδρόμους και στους χώρους που βρίσκονται οι επισκέπτες. Χρησιμοποιήθηκε επίσης και μάρμαρο Ελικώνα, διότι αυτό το μάρμαρο έχει ρόδινες ανταύγειες, σαν αυτές που απέκτησαν τα Πεντελικά μάρμαρα με την πάροδο και την πατίνα των αιώνων. Αν είχαν πάρει κάτασπρο Πεντελικό μάρμαρο από το λατομείο και έβαζαν δίπλα τα αγάλματα θα δημιουργείτο παραφωνία. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι η χρήση μελετήθηκε πολύ και με μεγάλη επιτυχία. Επίσης η αντισεισμική μελέτη ήταν εξαντλητική, όπως και κάθε άλλο τεχνικό στοιχείο. Δεν συζητώ για θέματα πολιτικού μηχανικού και βιοκλιματισμού διότι όλα έχουν λυθεί με σοφό τρόπο.

Σε ένα ναό πρέπει να υπάρχει ρυθμός και να επιτυγχάνεται μια συνομιλία του έξω με το μέσα. Με το που μπαίνει ο επισκέπτης στην είσοδο του μουσείου, και αφού περάσει τους διοικητικούς χώρους, όπως έλεγχο εισόδου, έκδοση και έλεγχο εισιτηρίων, αρχίζει μια ανάβαση. Το σκεπτικό είναι ότι όταν ο αρχαίος πήγαινε στον Βράχο, είχε αυτή την αίσθηση της ανάβασης, που του προκαλούσε την σκέψη “φεύγω από τα γήινα και πάω στα ουράνια”, ή “από τα υλικά στα πνευματικά”, ή “ἀπό ἀνθρωπείων ἐς τά θεῖα“. Έτσι, η ανάβαση που ακολουθεί ο επισκέπτης του Μουσείου, παρότι δεν μοιάζει με την ανάβαση στον ίδιο τον Βράχο, έχει ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Ο χώρος που μεσολαβεί με τον χαμηλό φωτισμό, παίζει ακριβώς τον ρόλο των Προπυλαίων. Πριν, ο επισκέπτης είναι στο φως. Έπειτα εισέρχεται στο σκοτάδι. Ενώ διέρχεται το σκοτάδι, δέχεται την αίσθηση ενός αρχιτεκτονικά δομημένου χώρου που τον περιβάλλει. Μόλις περάσει τα Προπύλαια, ο ορίζοντας ανοίγει δεξιά, αριστερά κι εμπρός, και από το μεταβατικό στάδιο του σκοταδιού έρχεται και τον αγκαλιάζει το άπλετο φως, και έχει την αίσθηση ότι του αποκαλύπτεται κάτι. Μόλις λοιπόν ο επισκέπτης του Μουσείου περάσει το σκοτεινό κομμάτι και φθάσει στην κορυφή, εισβάλλει από δεξιά κι αριστερά και από παντού το φως, και δημιουργεί ακριβώς την ίδια αίσθηση που έχει κανείς όταν ανεβαίνει στον ίδιο τον Βράχο, και σ’ αυτό συμβάλλουν και τα παιχνίδια του φωτός, τα αντικείμενα και οι ρυθμοί.

Εδώ τοποθετήθηκαν και τα ευρήματα από τις κλιτύες της Ακρόπολης. Και πάλι η χωροθέτηση είναι εύστοχη. Θέλω να πω: στην αρχαία περιοχή της Ακρόπολης υπήρχαν κτίρια και δραστηριότητες, τόσο πάνω στον Βράχο όσο και κάτω από τον Βράχο. Πάνω ήταν τα πιο σημαντικά δηλ. ο Παρθενώνας, το Ερέχθειο, τα Προπύλαια, η Πινακοθήκη κλπ, ενώ κάτω ήταν το Ιερό του Πανός, το Ιερό του Ασκληπιού, δηλαδή διάφορα ιερά όχι τόσο σημαντικά όσο τα πάνω. Έτσι λοιπόν, όταν οργανώθηκε το Μουσείο, ό,τι βρέθηκε σε όλα αυτά τα μικρότερα ιερά τοποθετήθηκε στον όροφο που ακόμα ανεβαίνει ο επισκέπτης και δεν έχει φθάσει στο επίπεδο του Παρθενώνα. Εδώ, δηλαδή, είναι τα γήινα. Βλέπει κανείς τις αγωνίες των ανθρώπων, όταν πήγαιναν να κάνουν ένα τάμα στον Ασκληπιό, ή να ρίξουν μια δραχμή στο παγκάρι της Αφροδίτης.

Όταν ανεβαίνει ο επισκέπτης αρχίζει να έχει επαφή με τους θεούς και τους ήρωες. Κι αυτό έχει γίνει με πολύ όμορφο τρόπο. Δεδομένου ότι υπάρχει άπλετος χώρος, εκτίθενται για πρώτη φορά όλα τα αετώματα, από το Πεισιστράτειο Εκατόμπεδο και από τον δεύτερο ναό. Όσο λοιπόν ανεβαίνει ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με το φώς, και όταν επιτέλους φθάσει στο τελευταίο επίπεδο δεν έχει πια την αίσθηση ότι είναι μέσα στο κτίριο αλλά έξω.

Η αίθουσα των αρχαϊκών δέχθηκε επικρίσεις διότι μοιάζει σαν τα αντικείμενα να έχουν τοποθετηθεί φύρδην μίγδην. Πρέπει, όμως, να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ούτως ή άλλως έτσι ήταν τοποθετημένα και στην Ακρόπολη. Εμένα προσωπικά η λύση αυτή μου φάνηκε εξαιρετική. Κατ’ αυτόν τον τρόπο όλα τα αγάλματα γίνονται οικεία. Έχεις την αίσθηση ότι μπορείς να συνομιλήσεις με την Κόρη του Ευθυδίκου. Να μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για γλυπτά που είναι από τα σημαντικότερα στην παγκόσμια γλυπτική. Το ότι εκτίθενται χωρίς προθήκες, χωρίς γυάλινες προφυλάξεις, ότι κυκλοφορούν ανάμεσά μας και μπορείς — θεωρητικά — να τα αγγίξεις, είναι ανυπέρβλητο συναίσθημα. Ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο που δεν το συνειδητοποιεί κανείς με την πρώτη ματιά, είναι η ύπαρξη των οπαίων στο πάνω κτίριο — παράθυρα δηλαδή στην στέγη. Αυτά ακολουθούν ένα κάνναβο επικοινωνίας με το δάπεδο και φωτίζουν τα γλυπτά με φυσικό φως. Βλέπεις για παράδειγμα το παιδί του Κριτίου φωτισμένο όπως θα φωτιζόταν αν ήταν σε υπαίθριο χώρο. Σκεφθείτε: μια τεράστια αίθουσα, με ύψος 16 μέτρα, φωτισμένη με φυσικό φως και τίποτ’ άλλο. Ελάχιστα μουσεία του κόσμου μπορούν να το κάνουν αυτό, δηλ. να αφήσουν τα εκθέματα να φωτίζονται μόνο με φυσικό φως. Επίσης, τα γλυπτά έχουν τοποθετηθεί σε εξαιρετικούς συσχετισμούς μεταξύ τους.

Η αλήθεια είναι ότι με την πείρα μου από μουσεία περίμενα ότι τα γλυπτά θα φωτίζονταν με σποτάκια για να αναδειχθούν καλύτερα, όπως γίνεται συνήθως. Θυμάμαι για παράδειγμα στο Βερολίνο είχα πάει να δω την Νεφερτίτη, την οποία είχαν πάρει από την παλιά της θέση και την είχαν βάλει σε μια σκοτεινή αίθουσα και την φώτιζαν με ειδικά σποτ. Αυτό την αναδείκνυε μεν, αλλά την έκανε να μοιάζει κάτι εξωπραγματικό, ψεύτικο.

Στο νέο μουσείο ο επισκέπτης έχει μία άμεση σχέση με τα γλυπτά, σε βαθμό που διερωτάται μήπως είναι αντίγραφα. Και όμως, είναι τα πρωτότυπα αριστουργήματα. Η τοποθέτηση έχει γίνει με πολλή μελέτη. Βλέπεις αίφνης την Πεπλοφόρο να έχει τοποθετηθεί σε μία θέση που οι κολώνες του κτιρίου που την πλαισιώνουν μοιάζουν σαν να επιτελούν την ίδια λειτουργία.

Ορισμένοι λένε ότι οι Καρυάτιδες είναι τοποθετημένες σε σκοτεινό σημείο. Ναι, κι εγώ θα τις ήθελα σε ένα πιο φωτεινό και άνετο σημείο.

Ξαναλέω ότι στο πάνω επίπεδο έχεις την αίσθηση ότι είσαι έξω και όχι μέσα. Εισβάλλει τόσο πολύ ο γύρω χώρος που σου ακυρώνει την αίσθηση του μέσα. Ήταν πολύ καλή σκέψη να συγκεντρώσουν ό,τι υπάρχει για τον Παρθενώνα εκεί, απ’ όλα τα μουσεία του κόσμου. Ίσως να λείπουν τα σχέδια του Κάρεϋ, που ελπίζω να προστεθούν κάποια στιγμή. Το 1672 ο Φλαμανδός ζωγράφος Κάρεϋ είχε αποτυπώσει ολόκληρο τον Παρθενώνα πριν αυτός ανατιναχθεί από τον βομβαρδισμό του Μοροζίνη το 1687. Πάντως είναι εξαιρετικό ότι έχουμε τις μετώπες, τα αετώματα, την ζωφόρο.

Ώστε λοιπόν όλα είναι τέλεια; Όχι βέβαια. Υπάρχουν πράγματα που χρειάζονται βελτίωση: Στον χώρο όπου γίνονται οι προβολές επικρατεί πολύς θόρυβος με αποτέλεσμα να μη μπορεί κανείς να προσηλωθεί σε αυτό που βλέπει (ώρες-ώρες δεν μπορεί καν να ακούσει τον ήχο). Τα πωλητήρια είναι πολύ στριμωγμένα και τα αντικείμενα που πωλούν είναι μάλλον τουριστικά. Δεν είδα ούτε ένα σοβαρό βιβλίο για την Ακρόπολη. Λείπει επίσης και ένας Οδηγός του Μουσείου, που ελπίζω ότι θα εκδοθεί σύντομα. Λεπτομέρειες σαν κι αυτές, είδα πολλές που δεν μου άρεσαν. Το ευτύχημα είναι ότι όλα αυτά μπορούν να διορθωθούν, και πιστεύω ότι θα διορθωθούν.

Ώστε λοιπόν όλοι αυτοί οι αρχιτέκτονες και άλλοι ειδικοί που αντιδρούσαν στην χωροθέτηση, την μορφή και τον όγκο του Μουσείου, είχαν τελικά άδικο; Όχι βέβαια. Ακόμα ηχούν στο μυαλό μου οι αντιρρήσεις που είχε ο Άρης Κωνσταντινίδης για την επιλογή “του λάκκου που λέγεται οικόπεδο Μακρυγιάννη” και την γειτνίαση με το κτίριο Βάιλερ. Απλώς προσπαθώ να δω το νέο μουσείο ρεαλιστικά. Το Μουσείο είναι πια εδώ, και είναι καλό!

Advertisements

Actions

Information

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s