– Λίγα λόγια για την Βυζαντινή τέχνη

18 03 2009

Byzantium 330-1453Αφορμή γι’ αυτό το κείμενο μου έδωσε η έκθεση Byzantium 330-1453 της Royal Academy of Arts του Λονδίνου, που τελειώνει αυτές τις μέρες, την οποία είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ την περίοδο των διακοπών.

Όταν βλέπω Βυζαντινή τέχνη αισθάνομαι κάτι που έχω νοιώσει μόνο με τον μοντερνισμό. Αισθάνομαι δηλαδή ότι το ίδιο το υλικό έχει την δυνατότητα να αποκαλύπτει κάτι. Στον μοντερνισμό, το θέμα σιγά-σιγά υποχωρεί και το ενδιαφέρον στρέφεται στα υλικά με τα οποία ο καλλιτέχνης διαπραγματεύεται το θέμα. Κάποτε στην ζωγραφική μας ενδιέφερε το τι είναι αυτό που απεικονίζεται. Στον μοντερνισμό δεν μας ενδιαφέρει τόσο πολύ το “τι”, με την έννοια ότι στα έργα του Καντίνσκι, του Κλεε ή του Μαξ Ερνστ μπορεί να ακυρώσουμε την ερώτηση “τι βλέπω τώρα;” και, εν τούτοις, τα έργα να συνεχίσουν να έχουν νόημα. Δηλαδή, βλέπουμε κάτι χωρίς να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς βλέπουμε (κρίνοντας με παραστατικούς όρους) και, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να μας αρέσει. Αν ρωτήσουμε κάποιον “τι σου αρέσει, αφού δεν καταλαβαίνεις τι βλέπεις;” είναι δυνατόν να πάρουμε την απάντηση “μ’ αρέσουν πολύ τα χρώματα, η σύνθεση, ο τρόπος που είναι βαλμένα, ο ρυθμός …”. Αυτό το κάνει ο μοντερνισμός, ο οποίος προσπαθεί να απαλλαγεί από την δυναστεία του θέματος, και να μετατοπίσει το ενδιαφέρον στα ζωγραφικά υλικά.

Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση της Ρωσικής πρωτοπορίας, με τον Καντίνσκι και τους άλλους, και το ίδιο ισχύει, κατά κάποιον τρόπο, και στο Βυζάντιο. Θέλω να πω: η Βυζαντινή τέχνη, κυρίως με τα έργα της μικροτεχνίας, ασχολείται πολύ με την ίδια την υλική παρουσία του χρώματος. Ο σαρδόνυχας, το αλάβαστρο, το επιχρυσωμένο ασήμι, ο τρόπος με τον οποίο το ένα στοιχείο συνδυάζεται με το άλλο. Και αυτό δεν γίνεται μόνο για επίδειξη πλούτου. Γίνεται διότι στο Βυζάντιο η γνώση είναι κατά κύριον λόγο αποκαλυπτική. Δεν είναι μια γνώση που προκύπτει από τον ορθολογισμό ή την επιστήμη. Ο Βυζαντινός άνθρωπος, για να δώσει απαντήσεις στα οντολογικά ερωτήματά του στηρίζεται περισσότερο σε μία αποκαλυπτική γνώση. Σε μια “εξ αποκαλύψεως αλήθεια”. Και με αυτή την αλήθεια, την οποία αισθάνεται, ή νομίζει ότι αισθάνεται, να του αποκαλύπτεται, ο Βυζαντινός εξηγεί και ερμηνεύει τα πράγματα. Αντιθέτως, η επιστημονική διαδικασία (η ορθολογική) λειτουργεί διαφορετικά. Ο άνθρωπος φτάνει σε μία αλήθεια χτίζοντας σιγά-σιγά, κομματάκι-κομματάκι, με πρώτη ύλη τα συμπεράσματα που βγάζει από μία ορθολογική επιστημονική προσέγγιση των φαινομένων. Οι Βυζαντινοί ξεκινούν από μια βασική αρχή και ερμηνεύουν τα φαινόμενα.  Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος έχει αποδεχτεί αυτή την αρχική αποκαλυπτική σχέση. Εκεί έγκειται και η δυσκολία μας σήμερα, που το γνωσιολογικό εργαλείο που χρησιμοποιούμε είναι κυρίως η επιστήμη και ο ορθός λόγος: Δεν μπορούμε εύκολα να αποδεχτούμε ή να ταυτιστούμε με μια αποκαλυπτική αλήθεια. Επειδή λοιπόν ο Βυζαντινός άνθρωπος θεωρεί ότι οι απαντήσεις και οι γνώσεις είναι αποκαλυπτικές, είναι πολύ πιο δεκτικός στο να αφήσει τα ίδια τα χρώματα, τα σχήματα, τα υλικά, να του αποκαλύπτουν κάτι από μόνα τους. Και αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στην μικροτεχνία.

Η Βυζαντινή τέχνη είναι φυσική συνέχεια της προηγούμενης περιόδου. Δεν υπήρξε κάποιου είδους ρήξη. Δεν περάσαμε από την ύστερη αρχαιότητα στο Βυζάντιο με το πάτημα ενός κουμπιού. Στην αρχή είδαμε ότι έγινε μια αλλαγή του περιεχομένου χωρίς απαραιτήτως να συνοδεύεται από ταυτόχρονη αλλαγή της μορφής. Οπότε έχουμε ένα Χριστιανικό περιεχόμενο που αποδίδεται με μια μορφή που είναι οικεία στην ύστερη αρχαιότητα. Για παράδειγμα, μου έρχεται στο νου ένα ωραιότατο αγαλματίδιο του Ιωνά με το κήτος. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι Ελληνιστικό, αν υπήρχε κάποιος σχετικός μύθος με ένα θαλάσσιο κήτος που καταβρόχθισε ένα προφήτη. Ακόμη και στον Ε’ και ΣΤ’ αιώνα συνυπάρχουν τα μυθολογικά θέματα με τα Χριστιανικά σε απόλυτη αρμονία και συνύπαρξη. Έχουμε ταυτόχρονη συνύπαρξη διαφόρων τάσεων.

Παλαιότερα πιστεύαμε ότι οι Βυζαντινοί λειτούργησαν με μία σχεδόν φονταμενταλιστική υστερία απέναντι στην αρχαιότητα στην προσπάθειά τους να συγκροτήσουν μια Χριστιανική ταυτότητα, ότι δηλαδή επιτέθηκαν στο πολιτιστικό πλαίσιο της αρχαιότητας. Αυτό είναι μύθος. Δεν ισχύει. Ή μάλλον ισχύει, αλλά ισχύει μόνο σαν το ένα άκρο μιας αμφίσημης συμπεριφοράς, το άλλο άκρο της οποίας είναι η αγάπη, η φροντίδα και η λατρεία του πολιτιστικού πλαισίου της αρχαιότητας. Έχουμε λοιπόν ορισμένες στιγμές, φάσεις και περιόδους όπου πραγματικά επιτίθενται σε αυτό που εκπροσωπεί η αρχαιότητα, και άλλες στιγμές και φάσεις που το αγκαλιάζουν, το γνωρίζουν, το μελετούν με έναν εκπληκτικό τρόπο. Εάν μια κοινωνία θα επιλέξει το ένα ή το άλλο άκρο, εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Ο ένας έχει να κάνει με το Κέντρο και την Περιφέρεια. Συνήθως το Κέντρο λειτουργεί θετικά ως προς την αρχαιότητα. Ένας μικρός, περιορισμένος κύκλος διανοουμένων και μορφωμένων ανθρώπων που ζει στα μεγάλα αστικά κέντρα, και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ξέρει την αρχαιότητα, έχει αγάλματα, έχει αρχαία κείμενα, τα μελετάει, τα αγαπάει. Ένας αγράμματος αγρότης, από την άλλη πλευρά, όταν δυσκολεύουν κοινωνικά οι καταστάσεις και χρειάζεται έναν αποδιοπομπαίο τράγο στον οποίο να φορτώσει όλη του την αθλιότητα και όλη του την απογοήτευση, μπορεί κάποια στιγμή να βρει ένα αρχαίο άγαλμα, ένα αρχαίο κείμενο, την αρχαιότητα γενικά, και να της επιτεθεί θεωρώντας με αυτό τον τρόπο ότι πλήττει κάτι στο οποίο οφείλεται η αθλιότητα που βιώνει την συγκεκριμένη περίοδο. Συνήθως, όταν η κοινωνία ταράζεται από διάφορες ανασφάλειες, προσπαθεί να ταμπουρωθεί πίσω από τα ήδη κεκτημένα και τα γνωστά — γίνεται δηλαδή πιο συντηρητική — και προσπαθεί να συσπειρωθεί γύρω από ένα πλαίσιο πολύ σφιχτό, σαφές και συγκεκριμένο. Έτσι, η αρχαιότητα της φαίνεται σαν μία ελαφρότητα, σαν μια καινοτομία, και δεν την θέλει. Σε άλλες περιπτώσεις, όταν μέσα από αυτή την συντηρητικότητα, η κοινωνική κατάσταση γίνεται πολύ σφιχτή, μονότονη και καταπιεστική, ο άνθρωπος αναζητά λύσεις και αναφορές σε πιο φιλελεύθερα πεδία, όπως ήταν η Ελληνιστική τέχνη. Με άλλα λόγια, το θέμα έχει να κάνει κυρίως με τις κοινωνικές καταστάσεις. Στην Βυζαντινή κοινωνία η σχέση με την αρχαιότητα ήταν μία σχέση αγάπης και μίσους. Λατρείας και φθόνου. Η σχέση αυτή επανερχόταν συνέχεια στο προσκήνιο. Μπορεί κάποια περίοδο να επικρατεί μία τάση που δεν θέλει εκλεπτύνσεις στην τέχνη των εικόνων, δεν θέλει φιγούρες, δεν θέλει φιοριτούρες, και τότε οι εικόνες είναι πολύ αδρές, αυστηρές και λιτές. Και μπορεί, την ίδια ακριβώς περίοδο, να βρω εικόνες σχεδόν μανιεριστικής κομψότητας που να μιμούνται τα αρχαϊστικά τους πρότυπα. Την ίδια περίοδο. Αυτό γίνεται σε όλο το Βυζάντιο. Σε όλα τα χίλια χρόνια του Βυζαντίου.

Advertisements

Actions

Information

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s